«Θέατρο της Οδού Παραμυθίας» της Αλμπέρτας Τσοπανάκη, πόλος έλξης των νέων θεατρικών δυνάμεων του τόπου


από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Θα υπογραμμίσω άλλο ένα ποιοτικό θεατράκι, off-off Kolonaki, αλλά μέσα στην καινοτόμο θεατρική ζώσα πραγματικότητα (με τα μπούνια, που λένε!). Το «Θέατρο της Οδού Παραμυθίας» της Αλμπέρτας Τσοπανάκη και των άξιων συνεργατών της, ξετύλιξε και φέτος τη βεντάλια των νέων και πολλά υποσχόμενων θεατρικών δυνάμεων του τόπου. Τη δουλειά που έκανε άλλοτε το «υπόγειο» του Κάρολου Κουν και το «Αμόρε» του Γιάννη Χουβαρδά, το «Απλό θεάτρο» και το «Σημείο» (και δευτερευόντως η εξαρτώμενη από την πολιτική εξουσία και τους τσανακογλείφτες «Νέα Σκηνή» του Εθνικού μας Θεάτρου), αυτό το λειτούργημα επιτελεί σήμερα στην «Οδό Παραμυθίας» ένας οργανισμός, που, χωρίς να δρα ως κολλεκτίβα, δίνει βήμα και σκηνή στους νέους. grexit
Παρακολούθησα και φέτος το «Festival 10 – Έργων Τρόμου» που διοργάνωσε επιτυχώς η Αλμπέρτα με άξιους συντελεστές και κριτική επιτροπή από όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτιστικής πραγματικότητας. Τα βραβευθέντα έργα παρουσιάζονται αυτόν το χειμώνα στις δύο σκηνές του «Θεάτρου της Οδού Παραμυθίας». Άξιος ο μισθός όλων τους. Μην τα χάσετε. Αλλιώς θα χαθείτε στη μετριότητα των χρυσοκανθάρων. Αντιθέτως, εδώ γίνεται δουλειά, σοβαρή, επιμελημένη, δονκιχωτική, με άξονα την ποιότητα και την πρωτοπορία. Περιμένω πολλά από αυτό το ανθεκτικό

Η αιρετική Φράνσις σε μια κοινωνία «λοβοτομημένων» 


Πηγή: Protagon.gr
http://www.protagon.gr/anagnwstes/i-airetiki-fransis-se-mia-koinwnia-lovotomimenwn-yparksewn-44341087878

Το έργο «Φράνσις» της Αλμπέρτας Τσοπανάκη στηρίζεται στην αληθινή ιστορία της χολιγουντιανής σταρ, Φράνσις Φάρμερ, που σύμφωνα με ορισμένες πηγές, είχε υποβληθεί στην επέμβαση της λοβοτομής. Ωστόσο, η συγγραφέας, που βαδίζει στα χνάρια στης Σάρα Κέιν, απομακρύνεται αισθητά από την ιστορικότητα προκειμένου να καταδείξει την υπέρβαση στην οποία οδηγεί η θεατρική γραφή. Εξάλλου, η Μαρίκα Θωμαδάκη σκηνοθετεί την παράσταση έτσι ώστε να διαφανούν παράμετροι κοινωνικές και πολιτικές σε πλαίσιο ενός άρτια δοσμένου καταγγελτικού λόγου. Η σκηνοθέτις παρουσιάζει έναν ιδιότυπα «κατασκευασμένο» μικρόκοσμο, τον οποίο κινεί με γνώμονα την συνάρτηση και την συνύπαρξη του οντολογικού και του κοινωνικοπολιτικού Είναι στον αστερισμό της βίας και του φρικιαστικού αποτελέσματός της. Η σκηνοθεσία της κ. Θωμαδάκη φέρνει στο προσκήνιο το «έγκλημα» και την τιμωρία ως δίπολο που αναδεικνύει την «διπολική» κατ’ αρχάς διαταραχή μίας «λοβοτομημένης» κοινωνίας, που υπακούει και υποτάσσεται στην βία πολιτικών αποφάσεων. Εν τω μεταξύ, τα θύματα της «λοβοτομής» πολλαπλασιάζονται ανελέητα. Στον ρόλο της Φράνσις, η εξαιρετική ηθοποιός Αλμπέρτα Τσοπανάκη δίνει ρεσιτάλ σπαρασσόμενης εσωτερικά και εξωτερικά οντότητας που «αίρει την αμαρτία του κόσμου». Η κ. Τσοπανάκη υπογραμμίζει ερμηνευτικά την θυματοποίηση του ανθρώπου από αρχέτυπες φιγούρες όπως η μητέρα και ο αγαπημένος αλλά και από παρουσίες/απουσίες όπως ο ψυχίατρος και οι φύλακες/δεσμώτες που εκφράζουν το τιμωρητικό αποτέλεσμα της καταγγελίας. Ως μητέρα, η Μαρία Δούση αποδίδει άψογα την απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό και την ονειροφαντασία. Στον ρόλο του ψυχιάτρου, ο Πέτρος Μπένος αποδίδει με ακρίβεια τις διακυμάνσεις ανάμεσα σε έναν έρποντα σαδισμό και σε έναν ψυχρό επιστημονικό λόγο, ενώ οι Φύλακες, που τον ακολουθούν, Μανώλης Μαυρίδης (Νοσοκόμος Α) και Κώστας Κούσης (Νοσοκόμος Β) αναδεικνύουν με άρτιες κινήσεις την σωματικότητα των βουβών κυρίως ρόλων τους. Εξάλλου, ο Θανάσης Πατριαρχέας, στον ρόλο του Στήβεν, ισορροπεί «ισόποσα» ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα «υπογράφοντας» το σπαρακτικό αντίο με την Φράνσις, εκφράζοντας παράλληλα τον άνθρωπο της πολιτικής στράτευσης και του αγώνα για καλύτερη ζωή. Αξίζει να επισημανθεί ξεχωριστά το σκηνικό καθώς και τα οπτικοακουστικά εφέ του Τάκη Μελλίδη που δημιουργεί μια μινιμαλιστικής αισθητικής ατμόσφαιρα δια της οποίας προβάλλεται το «εδώ και τώρα» αλλά και το αινιγματικό επέκεινα. Τελικά, η «Κόλαση είναι οι άλλοι»; Η παράσταση στο θέατρο «Παραμυθία» ενθαρρύνει την προσέγγιση του Σαρτρ μέσα από την Σάρα Κέιν και όλων εκείνων που δικαιώνονται από την «υπαρξιστική» διαπίστωση. Πηγή: Protagon.gr

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Τελικά, αυτό που δεν κάνουν τα κρατικά θέατρα, το κάνει η αγκομαχούσα ιδιωτική πρωτοβουλία. Την ίδια μέρα, και συγκεκριμένα το προηγούμενο Σάββατο, 16/5/2015 είδα δύο πειραματικές-πρωτοποριακές παραστάσεις: μία στην «ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ» του Εθνικού μας Θεάτρου (για την οποία ντρέπομαι και να γράψω) και μία στο «Φεστιβάλ Έργων Τρόμου» που διοργανώνει η καταπληκτική, μοναδική, η χαρισματική κι ανεπανάληπτη, η γενναία Αλμπέρτα Τσομπανάκη στο «Θέατρο Παραμυθίας». Γι’ αυτήν την off-off Εθνικού (!@#$%^&***-βρισιές ακατονόμαστες) παράσταση θα γράψω, γιατί γέλασα με την ψυχή μου, προβληματίστηκα, θαύμασα τον δεκαπεντασύλλαβο (α-λα Μποστ), την αισθητική της παράστασης, τα καταπληκτικά σκηνικά και κοστούμια, και, ως κριτής του Ιδιωτικού αυτού φεστιβάλ που θα γίνει θεσμός, τη βαθμολόγησα με άριστα δέκα.

Οι 7 Κλαίουσες» είναι σπονδυλωτό έργο βασισμένο σε επτά διαδοχικούς και ουχί παραλλήλους μονολόγους, επτά «χαροκαμμένων» φονισσών που και εύθυμες χήρες θα γίνουν και που μας απολογούνται επί του φοβερού βήματος της σκηνής για το έγκλημά τους, αφού δολοφόνησαν με ειδεχθή τρόπο τα αρσενικά που τις καταπίεζαν έως ασφυξίας. Βαθύς μισογυνισμός, που απαλύνεται όμως από το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό, ερμηνείες στις παρυφές ενός αυθόρμητου, αυτοσχεδιαστικού παρορμητισμού, συλλογικό όραμα και συνεργατική αισθητική, «θεατρική κολλεκτίβα» θα ονόμαζα αυτό το προφανώς συνεταιριστικό σχήμα των ομού εμπνεομένων και ομοθυμαδόν εκτεθειμένων θεατρανθρώπων που κομίζουν γλαύκα εις Αθήνας και διαμορφώνουν αργά, αλλά σταθερά το θολό ακόμα μεταμοντέρνο θεατρικό μας τοπίο.

Αντίθετα, τα κρατικά κι επιχορηγούμενα θέατρά μας έχουν γίνει άντρα επιδέξιων τρωκτικών, δοκησισόφων, ανενδοίαστων τυχοδιωκτών που τρυγάνε τις δημόσιες δαπάνες χωρίς αιδώ και με κριτήρια αυστηρώς και μόνον παρεΐστικα και ουχί αξιολογικά. Αλλιώς δεν εξηγούνται τα σημεία και τέρατα που βλέπουμε όλο από τους ίδιους και τους ίδιους υπ-ανθρώπους της υποκουλτούρας και του κουλτουριάρικου-δυσνόητου διανοουμενισμού, που όσο πιο ακαταλαβίστικος είναι τόσο πιο μόδα γίνεται.

Γι’ αυτό κι εγώ, ως κριτικός, επέλεξα να μιλάω για τους ταλαντούχους νέους κι αδικτύωτους (ακόμα) ανθρώπους, που έχουν κάτι καινούργιο να πουν κι έρχονται ειλικρινώς κι εντίμως να συνεισφέρουν τον θεατρικόν οβολόν τους στην περιρρέουσα πολιτιστική ζωή. Συνήθως, χάνονται πικραμένοι μετά από δύο ή τρεις φιλότιμες προσπάθειες. Κι άλλοτε πάλι όχι, αν είναι πείσμονες και χαλκέντεροι, αποφασισμένοι μέχρι θανάτου και γενναίοι, όπως η Αλμπέρτα Τσομπανάκη, που τους περιθάλπει και τους δίνει στέγη, γη, ύδωρ και βήμα έκφρασης. Εύγε της. Και ντροπή σ’ αυτούς που συνεργούν στις μετριότητες και στα φληναφήματα που βλέπουν το φως της ράμπας των κρατικών κι επιχορηγούμενων σκηνών μας… Ας μην εκφραστώ περαιτέρω, γιατί θα αρχίσω να βρίζω και δεν ταιριάζει με το χαρακτήρα, το ήθος και τη διαγωγή μου. Βρε ουστ! (!@#$%^&***-βρισιές ακατονόμαστες). Ουφ! Τα είπα και ξεθύμανα. Θα επανέλθω!



Κριτική από κ. Νίκο Μπατσικανή, συγγραφέας, ποιητής, κριτικός Θεάτρου

(μέλος Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών –

Θεατρικά Βραβεία Κάρολος Κουν)

«Βλέπε και φεύγα» της Ιωάννας Μαστοράκη 

Σκηνοθεσία, Φωτισμοί, Σκηνικός Χώρος: Θανάσης Σάλτας

Κοστούμια: Rovi Fashion

Μουσικές Επιλογές: Θανάσης Σάλτας, Ιωάννα Μαστοράκη

Ερμηνείες (αλφαβητικά): Γεωργία Αμπουράντυ, Γιάννης Λεβέντης, Ιωάννα Μαστοράκη, Δανάη Νεονάκη, Χρήστος Πουσίνης, Ιωάννα Προσμίτη, Φωτεινή Σάιντερς, Θανάσης Σάλτας

Το έργο παρουσιάζεται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, επί σκηνής. Η υπόθεση -βασισμένη σε αληθινά γεγονότα- περιγράφει τα όσα συνέβαιναν στα κρατικά πορνεία των Βούρλων Δραπετσώνας, την περίοδο 1929 – 36, αλλά και τη ζωή των ιερόδουλων εκεί.

Αφορμή για να γράψει το κείμενο, η συγγραφέας, σκηνοθέτιδα και ηθοποιός Ιωάννα Μαστοράκη, έλαβε από το υπέροχο ποίημα ΑΜΑΡΤΩΛΟ (Στη Σμύρνη Μέλπω, Ηρώ στη Σαλονίκη, στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό, τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα, ο τόπος μου ποιος ήταν, ποιοι οι δικοί μου, αν ξέρω ανάθεμά με˙ σπίτι, πατρίδα, έχω τα μπουρδέλα …) της Γαλάτειας Καζαντζάκη (1881 – 1962, πρώτης συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη) και το ομώνυμο τραγούδι της Νένας Βενετσάνου.

Η κυρία Μαστοράκη πρέπει να μελέτησε διεξοδικά το θέμα και, βουτώντας πολύ βαθιά την πένα της στον κόσμο του πληρωμένου έρωτα, έβγαλε στο φως ένα διαμάντι, όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα, όπου τα πολύτιμα πετράδια βρίσκονται στον βούρκο, πριν ένα χέρι τα ανασύρει στην επιφάνεια.

Το να ασκεί μια γυναίκα το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου, ζώντας, μάλιστα, στην «κόλαση» ενός πορνείου και ο ψυχισμός που διαμορφώνει μέσα σε αυτό, είναι άγνωστα στους «απέξω» και φαντάζομαι πως είναι σκληρό και δύσκολο να το περιγράψεις, μα η συγγραφέας έφτασε το νυστέρι της πένας της μέχρι το κόκκαλο και ώς εκεί που αναβλύζει το μολυσμένο πύον μιας χαίνουσας πληγής, για να μας κάνει κοινωνούς του -άγνωστου στους πολλούς- αυτού θέματος. Κατάφερε να δημιουργήσει πολύ δυνατούς και ιδιαίτερους χαρακτήρες, που μιλούν ατόφια τη «γλώσσα του περιθωρίου», διότι μόνο έτσι οι θεατές γίναμε «κοινωνοί» του τρόπου έκφρασης των ατόμων αυτών.

«Βλέπε και φεύγα» έγραφε ο πίνακας στην είσοδο του πορνείου, στα χρόνια που αυτό λειτούργησε, με κρατικόν σχεδιασμό, για να προστατευτούν οι άνθρωποι από τα νοσήματα που μεταδίδονται κάνοντας έρωτα με πόρνες πεζοδρομίου, οι οποίες, συνήθως, δεν ελέγχονται από γιατρούς. Ένας σκληρός κόσμος, όπου δεν επιτρέπονται τα όνειρα και η αληθινή αγάπη, με βαρύ το τίμημα για όσες και όσους παραβλέπουν τους κανόνες μιας ζωής στον «Άδη» ενός οίκου ανοχής – ενοχής. Μετά το 1936, οπόταν και αποφασίστηκε η κατασκευή φυλακών στην περιοχή των Βούρλων, τα «κόκκινα φανάρια» και οι ιέρειες της πάνδημης Αφροδίτης υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή και μεταφέρθηκαν στην Τρούμπα του Πειραιά.

Η σκηνοθεσία και οι φωτισμοί, του πολυβραβευμένου ποιητή, συγγραφέα, στιχουργού και ηθοποιού Θανάση Σάλτα, αξιοποίησαν το κείμενο με τον καλύτερον τρόπο, χαρίζοντας στο κοινό μια μοναδική παράσταση, την οποία έχει εμπλουτίσει (σε συνεργασία με την Ιωάννα Μαστοράκη) με: χαρακτηριστικά -της εποχής, αλλά και νεότερα- τραγούδια, που συνηθίζονταν στους χώρους του περιθωρίου, εκεί που «άνθιζε» ο πληρωμένος έρωτας, τα όσα λάμβαναν χώρα σε τεκέδες, με πρωταγωνιστές: μαχαιροβγάλτες, προστάτες… ναρκομανείς.

Οι ηθοποιοί απέδωσαν τους ακραίους και ασυνήθιστους χαρακτήρες του έργου με αξιοθαύμαστες ερμηνείες. Οι κυρίες: Γεωργία Αμπουράντυ, Ιωάννα Μαστοράκη, Δανάη Νεονάκη, Ιωάννα Προσμίτη και Φωτεινή Σάιντερς, η μία καλύτερη από την άλλη, στους ρόλους των πορνών και της επιστάτισσας, μαντάμ Δράκαινας. Ο Γιάννης Λεβέντης υπήρξε υποδειγματικός φύλακας αστυνομικός του πορνείου, ενώ ο Χρήστος Πουσίνης και ο Θανάσης Σάλτας εκτέλεσαν τέλεια τους ρόλους των νταβατζήδων – αγαπητικών, με τις λάμες των σουγιάδων τους να αστράφτουν σε κάθε ευκαιρία επίδειξης «αντρισμού», στο «νταηλίκι» επικράτησης των νόμων που διέπουν τον χώρο όπου δρούσαν.

Τα εμπνευσμένα κοστούμια του Rovi Fashion υπηρέτησαν τις ανάγκες της παράστασης -χώρου και εποχής- μέσα στο λειτουργικό σκηνικό που δημιούργησε ο Θανάσης Σάλτας (απολαυστικές οι σκηνές με τις χορευτικές φιγούρες πίσω από τον κρεμαστό μπερντέ). Οι θεατές παρακολούθησαν μια πολύ ξεχωριστή και δυνατή παράσταση, με ωραίες ερμηνείες και αντάμειψαν τους συντελεστές με δυνατό χειροκρότημα, στο τέλος.

Νίκος Μπατσικανής, κριτικός Θεάτρου

(μέλος Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών

-Θεατρικά Βραβεία Κάρολος Κουν κι Ευρωπαϊκά Βραβεία Θεάτρου - Χορού)